Ευαγγέλιο της Κυριακής,ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η/ 27 – 39

68

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η/ 27 – 39 – 27 εξελθόντι δέ αυτώ επί τήν γήν υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ τής πόλεως, ός είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, καί ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο, καί εν οικία ουκ έμενεν, αλλ εν τοίς μνήμασιν.
28 ιδών δέ τόν Ιησούν καί ανακράξας προσέπεσεν αυτώ καί φωνή μεγάλη είπε Τί εμοί καί σοί, Ιησού υιέ τού Θεού τού υψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσης. 29 παρήγγειλε γάρ τώ πνεύματι τώ ακαθάρτω εξελθείν από τού ανθρώπου. πολλοίς γάρ χρόνοις συνηρπάκει αυτόν, καί εδεσμείτο αλύσεσι καί πέδαις φυλασσόμενος, καί διαρρήσσων τά δεσμά ηλαύνετο υπό τού δαίμονος εις τάς ερήμους. 30 επηρώτησε δέ αυτόν ο Ιησούς λέγων Τί σοί εστιν όνομα; ο δέ είπε Λεγεών ότι δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν 31 καί παρεκάλει αυτόν ίνα μή επιτάξη αυτοίς εις τήν άβυσσον απελθείν.

32 Ήν δέ εκεί αγέλη χοίρων ικανών βοσκομένη εν τώ όρει καί παρεκάλουν αυτόν ίνα επιτρέψη αυτοίς εις εκείνους εισελθείν καί επέτρεψεν αυτοίς. 33 εξελθόντα δέ τά δαιμόνια από τού ανθρώπου εισήλθον εις τούς χοίρους, καί ώρμησεν η αγέλη κατά τού κρημνού εις τήν λίμνην καί απεπνίγη.

34 ιδόντες δέ οι βόσκοντες τό γεγενημένον έφυγον, καί απήγγειλαν εις τήν πόλιν καί εις τούς αγρούς. 35 εξήλθον δέ ιδείν τό γεγονός, καί ήλθον πρός τόν Ιησούν, καί εύρον καθήμενον τόν άνθρωπον, αφ ού τά δαιμόνια εξεληλύθει, ιματισμένον καί σωφρονούντα παρά τούς πόδας τού Ιησού, καί εφοβήθησαν. 36 απήγγειλαν δέ αυτοίς οι ιδόντες πώς εσώθη ο δαιμονισθείς.

37 καί ηρώτησαν αυτόν άπαν τό πλήθος τής περιχώρου τών Γαδαρηνών απελθείν απ αυτών, ότι φόβω μεγάλω συνείχοντο αυτός δέ εμβάς εις τό πλοίον υπέστρεψεν. 38 εδέετο δέ αυτού ο ανήρ, αφ ού εξεληλύθει τά δαιμόνια, είναι σύν αυτώ απέλυσε δέ αυτόν ο Ιησούς λέγων 39 Υπόστρεφε εις τόν οίκόν σου καί διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. καί απήλθε καθ όλην τήν πόλιν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η/ 27 – 39
27 Οταν δε ο Ιησούς εβγήκεν εις την ξηράν, τον συνάντησεν ένας άνθρωπος της πόλεως εκείνης, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια και δεν εφορούσε ένδυμα και δεν έμενε σε σπίτι, αλλά μέσα εις τα μνήματα.

28 Οταν όμως είδε τον Ιησούν εκραύγασε δυνατά, έπεσεν εις τα πόδια του και με φωνήν μεγάλην είπε· ποία σχέσις υπάρχει ανάμεσα εις εμέ και σε, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσης και μη με κλείσης από τώρα στον φρικτόν Αδην. 29 Είπε δε αυτά ο δαιμονιζόμενος, διότι ο Χριστός διέταξε το ακάθαρτον πνεύμα να βγη και να φύγη από τον άνθρωπον, επειδή από πολλά χρόνια τον είχεν αρπάξει και κυριεύσει. Οι δε άλλοι άνθρωποι, ένεκα της αγριότητος αυτού, τον έδεναν με αλυσίδες και με ισχυρά δεσμά εις τα πόδια, δια να τον φυλάσσουν, ώστε να μη επιτίθεται και κακοποιή τους άλλους. Αλλά αυτός έσπαζε τα δεσμά και ωδηγείτο βιαίως από τον δαίμονα εις ερημικούς τόπους.

30 Τον ερώτησε δε ο Ιησούς, λέγων· ποιό είναι το όνομά σου; Εκείνος δε απήντησε· λεγεών. Διότι πολλά δαιμόνια είχαν εισέλθει στον άνθρωπον αυτόν. 31 Και παρακαλούσαν τα δαιμόνια αυτόν, να μη τα διατάξη και πάνε εις τα τρίσβαθα του Αδου. 32 Ητο δε εκεί μία αγέλη με πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό· και τον παρακαλούσαν τα δαιμόνια να τους δώση την άδειαν να μπουν εις εκείνους τους χοίρους. Και τους το επέτρεψεν ο Κυριος (διότι κατά λόγον δικαιοσύνης έπρεπε να τιμωρηθούν με την απώλειαν των χοίρων οι ιδιοκτήται των, επειδή τους έτρεφαν, μολονότι αυτό απηγορεύετο από τον μωσαϊκόν νόμον).

33 Αφού δε εξήλθον τα δαιμόνια από τον άνθρωπον, εμπήκαν στους χοίρους και ώρμησε ασυγκράτητο όλο το καπάδι επάνω στον κρυμνόν, ερρίφθη από εκεί εις την θάλασσαν και επνίγησαν οι χοίροι. 34 Οταν δε οι βοσκοί είδαν το γεγονός αυτό, έφυγαν και το ανήγγειλαν εις την πόλιν και εις όσους συναντούσαν, από αυτούς που έμεναν στους αγρούς. 35 Εβγήκαν δε από την πόλιν οι άνθρωποι, δια να ίδουν αυτό που έγινε. Ηλθαν στον Ιησούν και είδαν τον άνθρωπον, από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια, να κάθεται κοντά εις τα πόδια του Ιησού, ντυμένος, ήρεμος και φρόνιμος, και εφοβήθησαν. 36 Είχαν δε διηγηθή εις αυτούς εκείνοι που είδαν το γεγονός, πως ελευθερώθηκε ο δαιμονιζόμενος.

37 Και όλον το πλήθος της περιοχής των Γαδαρηνών τον παρεκάλεσαν να φύγη από αυτούς, διότι είχαν κυριευθή από μεγάλον φόβον, δια την τιμωρίαν που τους επεβλήθη. Ενοχοι δε και δι’ άλλα καθώς ήσαν, εφοβούντο πολύ και άλλας τιμωρίας. Ο δε Ιησούς εμπήκε στο πλοίον και επέστρεψε. 38 Παρακαλούσε δε αυτόν ο άνθρωπος, από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια, να μένη μαζή του. Ο Ιησούς όμως τον έστειλε ειρηνικά εις την πόλιν του, λέγων· 39 γύρισε στο σπίτι σου και να διηγήσαι όσα έκαμε εις σε ο Θεός. Και εκείνος έφυγε και διαλαλούσε εις όλην την πόλιν, όσα ο Ιησούς έκαμε εις αυτόν.

Τα σχόλια είναι κλειστά, αλλά Trackbacks και Pingbacks είναι ανοιχτά.